Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ουσιαστικό 1Επεξεργασία

cuff (en)

  1. η άκρη του μανικιού, η άκρη του μπατζακιού, το ρεβέρ
  2. (ανεπίσημο) cuffs: χειροπέδες handcuffs (συνήθως στον πληθυντικό, όμως για μία: cuff)

  Ουσιαστικό 2Επεξεργασία

cuff (en)

  1. χτύπημα με ανοιχτό χέρι, η μάπα, η φάπα

  ΡήμαΕπεξεργασία

cuff (en)

  1. ρίχνω μάπα, ρίχνω φάπα