ενικός         πληθυντικός  
child children
ανώμαλα ουσιαστικά (αγγλικά)

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /ˈt͡ʃaɪld/}

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

child (en)

  1. το παιδί
  2. (πληροφορική) ο θυγατρικός

Παράγωγα

επεξεργασία

πληροφορική:

Δείτε επίσης

επεξεργασία