Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

chero (fr)

  1. (λαϊκότροπο) ακριβά

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

chero (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. (λαϊκότροπο) ακριβός

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία