Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

chemia 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

chemia (pl) θηλυκό

  1. η χημεία
  2. (οικείο) η χημειοθεραπεία
  3. (οικείο) τα χημικά, τα φυτοφάρμακα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία