Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

castle (en)

  1. κάστρο
  2. (σκάκι) ο πύργος
     συνώνυμα: rook

  ΡήμαΕπεξεργασία

castle (en)

  1. (σκάκι) κάνω ροκέ