Γερμανικά (de)Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

 

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

breit (de)

  • φαρδύς
    der Bürgersteig ist breit - το πεζοδρόμιο είναι φαρδύ

ΑντώνυμαΕπεξεργασία