Ετυμολογία

επεξεργασία
boulette < boule

  Ουσιαστικό

επεξεργασία
      ενικός         πληθυντικός  
boulette boulettes

boulette (fr) θηλυκό

  1. μπαλίτσα
  2. (γαστρονομία) μπαλίτσα
  3. (μεταφορικά) (οικείο) χαζομάρα, βλακεία

Εκφράσεις

επεξεργασία