Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

boisterous < μέση αγγλική boistous

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈbɔɪs.tə.ɹəs/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

boisterous (en)

  1. γεμάτος ενέργεια, θορυβώδης
  2. που χαρακτηρίζεται από βιαιότητα και ορμή, άγριος, θυελλώδης
  3. ζωηρός, πληθωρικός