Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

blunder (en)

  • η γκάφα, ανόητο λάθος ή λάθος από αδεξιότητα

  ΡήμαΕπεξεργασία

blunder (en)

  1. κάνω γκάφα
  2. σφάλλω
  3. κινούμαι αδέξια, παραπαίω