Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

bled (en)

  • αόριστος και παθητική μετοχή του ρήματος bleed



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
bled bleds

bled (fr) αρσενικό

  1. (στη βόρεια Αφρική) η εξοχή, η ενδοχώρα
  2. (οικείο) τόπος, χωριό, ξερότοπος
     συνώνυμα: patelin, trou