Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική beczka beczki
γενική beczki beczek
δοτική beczce beczkom
αιτιατική beczkę beczki
οργανική beczką beczkami
τοπική beczce beczkach
κλητική beczko beczki

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈbɛʧ̑ka/
beczka 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

beczka (pl) αρσενικό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία