Arrows blue.png Δείτε επίσης: b.à.t.

Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
bât bâts

bât (fr) αρσενικό

  1. το σαμάρι

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • là où le bât blesse: το ευαίσθητο σημείο

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία