Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

außergewöhnlich < außer + gewöhnlich

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

außergewöhnlich (de)

  1. ασυνήθιστος
  2. καταπληκτικός, φανταστικός, εκπληκτικός
    vier außergewöhnliche Helden - τέσσερις καταπληκτικοί ήρωες