Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /aʁ.ka.ik/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
archaïque archaïques

archaïque (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. αρχαϊκός