Προφορά

επεξεργασία
 

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

approbation (en)



  Προφορά

επεξεργασία
 

  Ουσιαστικό

επεξεργασία
      ενικός         πληθυντικός  
approbation approbations

approbation (fr) θηλυκό