Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

antivirus < anti- + virus

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

antivirus (en) (πληθυντικός antiviruses)

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

antivirus < σύνθετη υβριδική λέξη αρχαία ελληνική αντί και λατιν. virus (=ιός, δηλητήριο).

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

antivirus (fr) αρσενικό άκλιτο

διεθνής όρος για προγράμματα προστασίας από (κακόβουλο λογισμικό) (χάκερ) που πλήττει τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές