Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.ˈna.tɔm/
Ήχος 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

anatom (pl) αρσενικό

  1. ο ανατόμος (επιστήμονας)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία