Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
amertume amertumes

amertume (fr) αρσενικό

  1. πίκρα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία