Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ambicja 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ambicja (pl) θηλυκό

  1. η φιλοδοξία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία