Επίθετο

επεξεργασία
      ενικός         πληθυντικός  
adiabatique adiabatiques

adiabatique (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. (φυσική) αδιαβατικός

  Ουσιαστικό

επεξεργασία
      ενικός         πληθυντικός  
adiabatique adiabatiques

adiabatique (fr) θηλυκό

  1. (φυσική) η αδιαβατική μεταβολή

Συγγενικά

επεξεργασία