Άνοιγμα κυρίου μενού

Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
adent adents

adent (fr) αρσενικό

  1. εγκοπές που χαράσσονται σε δύο κομμάτια ξύλου έτσι ώστε να κολλήσουν τέλεια

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία