Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

abschließend < abschließen

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

abschließend (de)

  1. που κλείνει, τελειώνει κάτι

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

abschließend (de)

  1. τελειώνοντας