Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

  1. υποβαθμίζω
  2. (μεταφορικά) φθείρω, καταστρέφω, οδηγώ κάποιον ή κάτι σε παρακμή