Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

abandonnément < abandonné + -ment

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

abandonnément (fr)

  1. με απόλυτη παράδοση σε κάτι, χωρίς μέτρο, απόλυτα, τελείως