Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΈκφρασηΕπεξεργασία

a lecture on (something) (en)

  • διάλεξη (και αναφέρεις τομέα), μία διάλεξη για-στ(-ον, -ην, -ο) (κάτι)
    πχ: a lecture on quantum mechanics: διάλεξη κβαντομηχανικής, διάλεξη κβαντικής μηχανικής
    παρωχημένο: διάλεξη στην κβαντική μηχανική