Άνοιγμα κυρίου μενού

Γερμανικά (de) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική das Zeugnis die Zeugnisse
γενική des Zeugnisses der Zeugnisse
δοτική dem Zeugnis den Zeugnissen
αιτιατική das Zeugnis die Zeugnisse

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Zeugnis < Zeug(e) + -nis

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈʦɔɪ̯knɪs/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Zeugnis (de) αρσενικό

  1. το πιστοποιητικό
  2. το ενδεικτικό, ο έλεγχος
  3. η απόδειξη
  4. η μαρτυρία