Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Germany.svg Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Urlaubsvertretung < Urlaub + Vertretung

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Urlaubsvertretung die Urlaubsvertretungen
γενική der Urlaubsvertretung der Urlaubsvertretungen
δοτική der Urlaubsvertretung den Urlaubsvertretungen
αιτιατική die Urlaubsvertretung die Urlaubsvertretungen

Urlaubsvertretung (de) θηλυκό

  1. αναπλήρωση
  2. (άνθρωπος) αναπληρωτής