Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Urgroßeltern < Ur- + Großeltern

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Urgroßeltern (de) αρσενικό μόνο στον πληθυντικό

  1. οι προπάπποι