Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Germany.svg Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Unterstützung < unterstützen

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Unterstützung die Unterstützungen
γενική der Unterstützung der Unterstützungen
δοτική der Unterstützung den Unterstützungen
αιτιατική die Unterstützung die Unterstützungen

Unterstützung (de) θηλυκό

  1. υποστήριξη, συμπαράσταση
  2. οικονομική βοήθεια