Τουρκικά (tr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Rum (Έλληνας/Ελληνίδα που έχει γεννηθεί σε μια μουσουλμανική χώρα) + -ca

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈɾʋm.ʤɑ/

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Rumca (tr)

  1. η ονομασία των Τούρκων για την ελληνική γλώσσα που μιλιέται από αυτόχθονες Έλληνες που ζουν στην Τουρκία, τα ρωμαίικα, όπως έλεγαν οι Κωνσταντινουπολίτες τα ελληνικά,
    Μπρε παιδί μου, μιλάς ρωμαίικα ή όχι; Αυτά δεν είναι κιμπάρικα πράματα (όταν κάποιος δεν ήθελε να συνεννοηθεί και δεν ήταν καθώς πρέπει)

ΚλίσηΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία