Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Produktion die Produktionen
γενική der Produktion der Produktionen
δοτική der Produktion den Produktionen
αιτιατική die Produktion die Produktionen

Produktion (de) θηλυκό

  1. παραγωγή

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  • δείτε τη λέξη: Produkt