Άνοιγμα κυρίου μενού

Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Haufen die Haufen
γενική des Haufens der Haufen
δοτική dem Haufen den Haufen
αιτιατική den Haufen die Haufen

Haufen (de) αρσενικό

  1. σωρός, μεγάλη ποσότητα