Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Γκασμαδία < γκασμάς (= κασμάς)
Σύμφωνα με την παράδοση, όταν ήταν να φτιαχτεί το αεροδρόμιο της Μυτιλήνης, φώναξαν με τα μεγάφωνα τους ντόπιους να βοηθήσουν στις εργασίες φέρνοντας μαζί του ο καθένας τα δικά του εργαλεία. Οι περισσότεροι πήγαν με τους (γ)κασμάδες τους! (κι όχι π.χ. με φτυάρια ή με τσάπες).

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Γκασμαδία θηλυκό (και Gasmaland)

  1. (αργκό) παρωνύμιο της νήσου Λέσβου
    στη Γκασμαδία με στέλνουν
  2. (γενικότερα) τόπος όπου έγιναν (ή γίνονται) πολλά σκαψίματα