Άνοιγμα κυρίου μενού

Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

FDI < foreign direct investment («άμεση ξένη επένδυση»)

  ΣυντομομορφήΕπεξεργασία

FDI (en)

  1. η ιδιοκτησία ή ο έλεγχος περιουσιακών στοιχείων σε αλλοδαπή χώρα

  Δείτε επίσης Επεξεργασία