Δείτε επίσης: dean, déan, deán, dèan

Ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Dean < μέση αγγλική dene (κυριολεκτικά: κοιλάδα, τοπονυμικό για αυτόν που έμενε στις περιοχές Dean, Deen ή Dean της Αγγλίας) • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /diːn/

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Dean (en)

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία