Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Alamo < ισπανική álamo (λεύκα)[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈæləˌmoʊ/

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Alamo (en)

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Everett-Heath, John (2020). Concise Oxford Dictionary of World Place Names (6η έκδοση). Oxford: Oxford University Press.