Άνοιγμα κυρίου μενού

Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία 1Επεξεργασία

AC < alternating current (en)

  ΣυντομομορφήΕπεξεργασία

AC (en) αρκτικόλεξο

  Ετυμολογία 2Επεξεργασία

AC < air conditioning (en), εμπορική γραφή: Air Conditioning (en)

  ΣυντομομορφήΕπεξεργασία

AC (en) αρκτικόλεξο