Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο -ιακός η -ιακή το -ιακό
      γενική του -ιακού της -ιακής του -ιακού
    αιτιατική τον -ιακό τη(ν) -ιακή το -ιακό
     κλητική -ιακέ -ιακή -ιακό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι -ιακοί οι -ιακές τα -ιακά
      γενική των -ιακών των -ιακών των -ιακών
    αιτιατική τους -ιακούς τις -ιακές τα -ιακά
     κλητική -ιακοί -ιακές -ιακά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

-ιακός < -ιος + αρχαία ελληνική -ακός[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /i.aˈkos/
ΔΦΑ : /i̯aˈkos/ (ανάλογα με το σύμφωνο που προηγείται)

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

-ιακός, -ή, -ό (& -ακός)

  1. ...ανήκει στην πρωτότυπη ή προέρχεται απ' αυτή
    Αίγυπτος > Αιγύπτιος> αιγυπτιακός
    πανεπιστήμιο > πανεπιστημιακός
    αντίσταση > αντιστασιακός
    ταμίας > ταμιακός
  2. ...έχει κάποια χαρακτηριστικά της πρωτότυπης ή έχει σχέση μ' αυτή
    ήλιος > ηλιακός
    ζοχάδες > ζοχαδιακός

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία