Άνοιγμα κυρίου μενού
Arrows blue.png Δείτε επίσης : ρήτωρ

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική ῥήτωρ ῥήτορες
Γενική ῥήτορος ῥητόρων
Δοτική ῥήτορι ῥήτορσι
Αιτιατική ῥήτορα ῥήτορας
Κλητική ῥῆτορ ῥήτορες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

< ρίζα ῥη, βλέπε ἐρρήθην(αόριστος του λέγομαι), ῥῆμα, ῥητός κ.λπ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ῥήτωρ αρσενικό

  1. ρήτορας