Arrows blue.png Δείτε επίσης: ρήτωρ

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική ῥήτωρ ῥήτορες
Γενική ῥήτορος ῥητόρων
Δοτική ῥήτορι ῥήτορσι
Αιτιατική ῥήτορα ῥήτορας
Κλητική ῥῆτορ ῥήτορες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ῥήτωρ < ρίζα ῥη- (όπως ἐρρήθην, αόριστος του λέγομαι) + -τωρ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ῥήτωρ αρσενικό

  1. ρήτορας
    οἱ δέκα ῥήτορες (οι δέκα Αττικοί ρήτορες)
  2. δάσκαλος ρητορικής

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία