Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ὄρνεον ὀρνέω ὄρνεα
Γενική ὀρνέου ὀρνέοιν ὀρνέων
Δοτική ὀρνέ ὀρνέοιν ὀρνέοις
Αιτιατική ὄρνεον ὀρνέω ὄρνεα
Κλητική ὄρνεον ὀρνέω ὄρνεα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ὄρνεον < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₂oren / *h₃eren (αετός, μεγάλο πουλί)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ὄρνεον ουδέτερο

  1. (ορνιθολογία) πουλί
  2. τὰ ὄρνεα: αγορά πουλιών

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία