Δείτε επίσης: όνος

Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ὄνος οἱ ὄνοι
      γενική τοῦ ὄνου τῶν ὄνων
      δοτική τῷ ὄν τοῖς ὄνοις
    αιτιατική τὸν ὄνον τοὺς ὄνους
     κλητική ! ὄνε ὄνοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ὄνω
γεν-δοτ τοῖν  ὄνοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ὄνος < λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ὄνος αρσενικό ή θηλυκό

  1. (θηλαστικό ζώο) γάιδαρος, όνος
  2. όσο φορτίο σηκώνει ένα ζώο
  3. (εντομολογία) είδος ακρίδας
  4. (εντομολογία) ονίσκος
  5. (ιχθυολογία) μπακαλιάρος
  6. είδος βαρούλκου
  7. μυλόπετρα
  8. αδράχτι


ΕκφράσειςΕπεξεργασία