Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ὁμογάστωρ < ὁμός + γαστήρ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ὁμογάστωρ αρσενικό
  1. αυτός που γεννήθηκε από την ίδια κοιλιά, από την ίδια μητέρα

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία