Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ὀπίζω < ὀπός (χυμός)

  ΡήμαΕπεξεργασία

ὀπίζω

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία