Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  ΑριθμητικόΕπεξεργασία

ὀκτώ



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  ΑριθμητικόΕπεξεργασία

ὀκτώ

  • ο αριθμός οκτώ, άκλιτο: οἱ ὀκτώ, αἱ ὀκτώ και τά ὀκτώ
ὀκτώκαιδέκα= το 18

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία