Arrows blue.png Δείτε επίσης: ίουλος, Ίουλος

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἴουλος ἰούλω ἴουλοι
Γενική ἰούλου ἰούλοιν ἰούλων
Δοτική ἰούλ ἰούλοιν ἰούλοις
Αιτιατική ἴουλον ἰούλω ἰούλους
Κλητική ἴουλε ἰούλω ἴουλοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἴουλος < οὖλος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἴουλος ουδέτερο (ῐ)

  1. ίουλος (το πρώτο χνούδι, οι πρώτες τρίχες στα νεανικά μάγουλα)
  2. φαβορίτα
  3. (βοτανική) το άνθος (ή το άγανο) του φυτού ἡρακλειωτική καρύα (λεπτοκαρυά), απ' όπου η θεά Δήμητρα ονομάστηκε Ἰουλώ
  4. ύμνος προς τιμήν της θεάς Δήμητρας
  5. (βοτανική) ίουλος (ταξιανθία σε μορφή βότρυος)
  6. δεμάτι στάχυα
  7. η ψαλίδα των μονόοικων φυτών
  8. (ζωολογία) ίουλος (είδος μυριάποδου (σκολόπενδρα, πολύποδας, σαρανταποδαρούσα) της οικογένειας των ιουλιδών, της τάξης των ιουλοειδών)
  9. (ιχθυολογία) γύλος
    συνώνυμα: ἰουλίς