Δείτε επίσης: ιππασία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἱππασία ἱππασία ἱππασίαι
Γενική ἱππασίας ἱππασίαιν ἱππασιῶν
Δοτική ἱππασί ἱππασίαιν ἱππασίαις
Αιτιατική ἱππασίαν ἱππασία ἱππασίας
Κλητική ἱππασία ἱππασία ἱππασίαι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἱππασία < ἱππάζομαι < ἵππος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἱππασία θηλυκό

  1. ιππασία
  2. ιππευτική τέχνη
  3. οδήγηση άρματος ή άμαξας
  4. ιππικό