Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική ἰδικός ἰδική τὸ ἰδικόν
      γενική τοῦ ἰδικοῦ τῆς ἰδικῆς τοῦ ἰδικοῦ
      δοτική τῷ ἰδικ τῇ ἰδικ τῷ ἰδικ
    αιτιατική τὸν ἰδικόν τὴν ἰδικήν τὸ ἰδικόν
     κλητική ! ἰδικέ ἰδική ἰδικόν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ ἰδικοί αἱ ἰδικαί τὰ ἰδικᾰ́
      γενική τῶν ἰδικῶν τῶν ἰδικῶν τῶν ἰδικῶν
      δοτική τοῖς ἰδικοῖς ταῖς ἰδικαῖς τοῖς ἰδικοῖς
    αιτιατική τοὺς ἰδικούς τὰς ἰδικᾱ́ς τὰ ἰδικᾰ́
     κλητική ! ἰδικοί ἰδικαί ἰδικᾰ́
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ ἰδικώ τὼ ἰδικᾱ́ τὼ ἰδικώ
      γεν-δοτ τοῖν ἰδικοῖν τοῖν ἰδικαῖν τοῖν ἰδικοῖν
2η κλίση, Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

  1. ἰδικός < εἰδικός < αρχαία ελληνική εἶδος
  2. ἰδικός < αρχαία ελληνική ἴδιος < +‎ -δ- +‎ -ιος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ἰδικός

  1. (ελληνιστική κοινή) άλλη μορφή του εἰδικός
  2. δικός

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία