Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ἐργατικός ἐργατική ἐργατικόν ἐργατικοί ἐργατικαί ἐργατικά
Γενική ἐργατικοῦ ἐργατικῆς ἐργατικοῦ ἐργατικῶν ἐργατικῶν ἐργατικῶν
Δοτική ἐργατικῷ ἐργατικῇ ἐργατικῷ ἐργατικοῖς ἐργατικαῖς ἐργατικοῖς
Αιτιατική ἐργατικόν ἐργατικήν ἐργατικόν ἐργατικούς ἐργατικάς ἐργατικά
Κλητική ἐργατικέ ἐργατική ἐργατικόν ἐργατικοί ἐργατικαί ἐργατικά
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ἐργατικώ ἐργατικά
Γενική-Δοτική ἐργατικοῖν ἐργατικαῖν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἐργατικός < ἐργάζομαι

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ἐργατικός,ή,όν

  1. εκείνος που αγαπά την εργασία, ο φιλόπονος, ο δραστήριος
  2. ο όμοιος προς εργάτη