Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἐντεροφύλαξ ἐντεροφύλακε ἐντεροφύλακες
Γενική ἐντεροφύλακος ἐντεροφυλάκοιν ἐντεροφυλάκων
Δοτική ἐντεροφύλακι ἐντεροφυλάκοιν ἐντεροφύλαξι(ν)
Αιτιατική ἐντεροφύλακα ἐντεροφύλακε ἐντεροφύλακας
Κλητική ἐντεροφύλαξ ἐντεροφύλακε ἐντεροφύλακες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἐντεροφύλαξ < ἐντερο- + -φύλαξ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἐντεροφύλαξ [ῠ] αρσενικό

  • (ιατρική) ονομασία χειρουργικού εργαλείου

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία