Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἐμφύω < ἐν + φύω

  ΡήμαΕπεξεργασία

ἐμφύω και μέσο ἐμφύομαι

  1. ενυπάρχω εκ φύσεως, εκ γενετής, είμαι έμφυτος
    φθόνος ἀρχῆθεν ἐμφύεται ἀνθρώπῳ
  2. εμφυτεύω, εμφυσώ
    τὸ δὲ ἐμφῦσαι μὲν ἔρωτα τῆς τεκνοποιίας, ἐμφῦσαι δὲ ταῖς γειναμέναις ἔρωτα τοῦ ἐκτρέφειν, ... (πόσο σοφά εμφύτευσε στον άνδρα την φυσική επιθυμία να τεκνοποιεί, και (στη συνέχεια) στη μητέρα τη φυσική επιθυμία να θρέψει το παιδί (που γεννιέται)...)
  3. (μεταφορικά) μπήγω κάτι, γραπώνομαι, προσκολλώμαι, επιμένω
    ἐμφύει τοὺς ὀδόντας (χώνει, μπήγει τα δόντια)
    ἐμφὺς ὡς βδέλλα
    ἐμπεφυκὼς πόνος (επίμονος, σταθερός πόνος)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία